Σε έναν ελληνικό αστικό χώρο που έχει εξαντλήσει προ πολλού τα όριά του, η διαχείριση του θανάτου έχει μετατραπεί σε μια μορφή υλικής και θεσμικής βίας: νεκροταφεία υπερκορεσμένα, τριετείς ταφές που καταλήγουν σε βίαιες εκταφές, οστά που αποσπώνται και τοποθετούνται σε μικρές οστεοθήκες – σε κουτιά κυριολεκτικά – τα οποία διατηρούνται μόνο όσο οι συγγενείς μπορούν να πληρώνουν το ετήσιο τέλος.
Από τη στιγμή που η πληρωμή διακοπεί, το κουτί αδειάζει και τα οστά οδηγούνται στο χωνευτήρι, σε μια διαδικασία μαζικής κονιορτοποίησης που εξαφανίζει οριστικά την ατομικότητα του νεκρού.
Η ταφή, με τον τρόπο που λειτουργεί σήμερα, δεν εξυπηρετεί την ευλάβεια. Εξυπηρετεί την εκμηδένιση, διατηρώντας προσωρινά μια ψευδαίσθηση μνήμης που στηρίζεται αποκλειστικά στην οικονομική δυνατότητα των ζωντανών.
Στο πλαίσιο αυτό, η αποτέφρωση δεν εμφανίζεται ως πρόκληση προς την παράδοση, αλλά ως η μόνη πράξη που διασώζει την αξιοπρέπεια του νεκρού απέναντι σε ένα σύστημα που έχει μετατρέψει τη σωματικότητα σε διοικητικό κατάλοιπο.
Η ορθόδοξη θεολογική παράδοση τιμά το σώμα όχι για τη μέθοδο ενταφιασμού του αλλά διότι το σώμα είναι φορέας της εικόνας.
Η Ανάσταση δεν προϋποθέτει ακέραια οστά.
Προϋποθέτει τη θεία ελευθερία που υπερβαίνει κάθε υλικό όριο. Και εδώ αξίζει να τεθεί ένα επιχείρημα που, αν και αυτονόητο, παραδόξως απουσιάζει από τον εκκλησιαστικό λόγο: ποιος άγιος διατηρεί ακέραιο το σώμα του; Πόσοι άγιοι έχουν πλήρη σκελετό; Πόσα λείψανα δεν είναι διαμοιρασμένα σε εκατοντάδες τεμάχια, τοποθετημένα σε λειψανοθήκες ανά την οικουμένη, θρυμματισμένα ήδη από τους ίδιους τους ευλαβείς χειρισμούς της παράδοσης; Και ακόμη: πόσα από αυτά τα οστά είναι αυθεντικά, πόσα είναι ιστορικά μεταγενέστερα αντιπληρώματα, πόσα έχουν αλλοιωθεί από τον χρόνο;
Αν η Χάρη λειτουργούσε σε αναλογία προς την ακεραιότητα του υλικού λειψάνου, τότε η αγιότητα θα είχε προ πολλού ακυρωθεί από την ίδια την εκκλησιαστική πρακτική της διανομής των λειψάνων. Επομένως, το να αποδίδεται στην αποτέφρωση μια δήθεν ανικανότητα του Θεού να αναστήσει τον άνθρωπο δεν είναι μόνο θεολογικό ολίσθημα, είναι και εσωτερική αντίφαση μιας Εκκλησίας που έχει χτίσει την ευλάβειά της πάνω στον θρυμματισμό των σωμάτων των Αγίων.
Ωστόσο, η θεολογική αμηχανία είναι λιγότερο οξεία από την ποιμαντική υποκρισία που τη συνοδεύει. Ενώ συνοδικά κείμενα αποκηρύσσουν την αποτέφρωση, αρκετές Μητροπόλεις τελούν κανονικότατα εξοδίους ακολουθίες γνωρίζοντας ότι η σορός θα οδηγηθεί αμέσως μετά στο αποτεφρωτήριο.
Την ίδια στιγμή, άλλοι ιερείς αρνούνται μνημόσυνα για αποτεφρωμένους, αρνούνται να δεχθούν ονόματα στα δίπτυχα, διατυπώνοντας το αθεολόγητο και επιθετικό επιχείρημα ότι οι άνθρωποι αυτοί «παρέδωσαν την κρίση τους στο έλεος του Θεού» – λες και το έλεος είναι ιδιοκτησία που διαχειρίζεται ο κληρικός κατά βούληση.
Έτσι η Εκκλησία, αντί να συνοδεύει τον άνθρωπο στον θάνατο, καταλήγει να επιβάλλει ένα καθεστώς πνευματικής τιμωρίας σε όσους δεν συμμορφώνονται με μια πρακτική η οποία, στην καθημερινότητα των πόλεων, έχει καταστεί λειτουργικά αδύνατη και ηθικά προσβλητική.
Η αντίθεση αυτή γίνεται ακόμη πιο εμφανής αν συγκριθεί η ελληνική πρακτική με την ορθόδοξη πραγματικότητα του εξωτερικού. Σε πολλές δικαιοδοσίες της Διασποράς – στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, στις Μητροπόλεις της Βόρειας Ευρώπης, στην Αμερική, στην Αυστραλία – η αποτέφρωση αντιμετωπίζεται ως υπαρκτή, συζητήσιμη επιλογή που δεν αποκλείει τον πιστό από τη λειτουργική ζωή.
Εκεί η ποιμαντική δεν λειτουργεί τιμωρητικά. Λειτουργεί συνοδευτικά. Προτάσσει την αγάπη και την κατανόηση, όχι τον φόβο και την ποινή.
Μόνο στην Ελλάδα επικρατεί αυτή η άκαμπτη πρόσδεση στον τύπο, μια στάση αμυντική, σχεδόν ιδεοληπτική, που μετατρέπει τον τάφο σε κριτήριο ορθοδοξίας.
Μέσα σε αυτό το τοπίο αναδύεται ένα ζήτημα που όλο το εκκλησιαστικό επιχείρημα αποφεύγει: ο πόνος των οικογενειών. Γιατί να στερηθεί από έναν γονιό το δικαίωμα να κρατά το παιδί του σε μια τεφροδόχο στο σπίτι του; Ποιος μπορεί να επιβάλει ότι ο χώρος του πένθους πρέπει να είναι ένας διάδρομος κοιμητηρίου που θα αδειάσει σε τρία χρόνια, μια οστεοθήκη που θα αδειάσει όταν λήξει η πληρωμή, ή ένα χωνευτήρι όπου ό,τι απέμεινε από το παιδί του θα συγχωνευθεί με τα υπολείμματα αγνώστων;
Η Εκκλησία που απορρίπτει την τεφροδόχο ως «ανάρμοστη» πρακτική είναι η ίδια Εκκλησία που αποδέχεται την τεμαχισμένη διάθεση των λειψάνων των Αγίων, πώς μπορεί να απαγορεύει σε μια μάνα να στεγάσει τη μνήμη του παιδιού της στο ίδιο της το σπίτι, όταν η ίδια στεγάζει τεμάχια αμέτρητων σωμάτων σε κάθε προσκυνητάρι της οικουμένης;
Η αντίφαση εδώ δεν είναι απλώς ποιμαντική. Είναι βαθιά ηθική.
Η υπεράσπιση της αποτέφρωσης δεν είναι, επομένως, μια χειρονομία κοσμικής αυτονόμησης, αλλά μια διεκδίκηση στοιχειώδους δικαιοσύνης: όλοι οι άνθρωποι – ανεξαρτήτως εισοδήματος, χώρου, οικογενειακής κατάστασης – δικαιούνται έναν θάνατο που δεν εξευτελίζει το σώμα τους και μια μνήμη που δεν εξαρτάται από την οικονομική τους δυνατότητα.
Ο θάνατος δεν μπορεί να είναι ταξικό προνόμιο, ούτε μπορεί η Εκκλησία να διατηρεί την αυστηρότητά της μόνο εκεί όπου η ιστορία την κάνει να νιώθει ασφαλής.
Αν φοβάται τόσο τη φωτιά, είναι επειδή έχει ξεχάσει ότι η Ανάσταση δεν περιμένει να βρει ακέραιο ούτε οστό ούτε χώμα. Περιμένει να βρει μόνο το πρόσωπο.
Και αυτό ακριβώς υπενθυμίζει η αποτέφρωση: ότι το πρόσωπο δεν στεγάζεται στον τάφο αλλά στη μνήμη κι ότι η Χάρη δεν εξαρτάται από το υλικό υπόλειμμα.
Και ότι η Εκκλησία οφείλει να προτάξει την αγάπη, όχι τον φόβο.
Αν η Εκκλησία δεν μπορεί να συνοδεύσει έναν άνθρωπο προς την πυρά χωρίς να τον στιγματίσει, τότε το πρόβλημα δεν βρίσκεται στην πυρά. Βρίσκεται στην ίδια την εικόνα που έχει πλέον σχηματίσει για τον Θεό.